Πένθος και Απώλεια

Share Post

Share on facebook
Share on linkedin
Share on twitter
Share on email

«Ψηλά το κεφάλι»

«Όταν έρχεται ο θάνατος, δεν είναι η τρυφερότητα για την οποία μετανιώνουμε, αλλά η σκληρότητά μας.» ~ George Eliot, 1819-1880, Αγγλίδα συγγραφέας

Δεν είχε βρει φρέσκα γογγύλια στην αγορά και της ερχόταν να σκάσει από το κακό της. Μέρες περίμενε για να φτιάξει εκείνη τη συνταγή. Όλως παραδόξως είχε ενθουσιάσει ακόμα και τον Τζον, που συνήθως ήταν απόλυτα ευχαριστημένος με ένα ταπεινό μπέργκερ, αρκεί να του σέρβιρες και μία παγωμένη μπύρα μαζί. 

Οι εκτυφλωτικά μπλε άκουα-μαρίν γαλότσες της κάπου είχαν μία τρύπα και μπορούσε να νιώσει την υγρασία να εισχωρεί με αναίδεια μέσα στα δάκτυλα των ποδιών της. Έκανε μία κίνηση γεμάτη εκνευρισμό για να απαλλάξει το δεξί της μάτι από μία κακοφορμισμένη μπούκλα που της έγδερνε τον αμφιβληστροειδή υμένα με προσήλωση εδώ και ώρα. Το μανίκι της μύριζε φρέσκια μούχλα και ξένο ιδρώτα. Απεχθανόταν να παίρνει το λεωφορείο, μα με τόση βροχή και μανιασμένο άνεμο, ούτε λόγος για ελεύθερα ταξί.

Άνοιξε με κόπο την πόρτα του σπιτιού και  ήξερε ήδη με απόλυτη βεβαιότητα πως ο Τζον είχε ξεχάσει να ανάψει το θερμοσίφωνο. Τον πήρε τηλέφωνο για να του ανακοινώσει την αποτυχημένη της απόπειρα να βρει τα υλικά που ήθελε λίγο πριν να μπει στο λεωφορείο. Του θύμισε για πολλοστή φορά να πατήσει το κουμπί του θερμοσίφωνα αμέσως πριν να κινήσει για την παμπ. Θα έβλεπε τον αγώνα μαζί με τους φίλους του και εκείνη θα μαγείρευε ακούγοντας κλασσική μουσική. 

Αποφάσισε πως για να τον εκδικηθεί και να τον κάνει να νιώσει τύψεις θα παρέμενε με την βρεγμένη κάλτσα να διαβρώνει το δέρμα και να παρεισφρέει στα κόκκαλά της, ενώ ταυτόχρονα η οργή θα σιγόβραζε μέσα της σαν χύτρα ταχύτητος. Και θα έμενε σε εκείνη την κατάσταση ανάμεσα στον εκνευρισμό και την αξιοθρήνητη θλιβερότητα μετέωρη, μέχρι να επιστρέψει ο Τζον πίσω στο σπίτι για να μπορέσει να τον κατσαδιάσει και να τα βγάλει από μέσα της. 

Έτσι ήταν  πάντα ο Τζον. Ανεύθυνος, φωνακλάς, χωρατατζής, ψηλός και άχαρος με μία γοητευτική και ανεπιτήδευτη αγαρμποσύνη ευγενικού γίγαντα. Πάντα της θύμιζε κάτι εφηβικό και ανέμελο. Ξεχασιάρης και αφηρημένος, έβαζε πλυντήριο τα λευκά μαζί με μπουρδουκλωμένες κόκκινες κάλτσες και άντε να εμφανιζόταν αυτή στο δικαστήριο τη Δευτέρα με ροζ πουκάμισα. Την έκανε όμως να γελά και την αγαπούσε. Της άφηνε και post-it με αστεία ή τρυφερά μηνύματα. Καλή ώρα.

«Μη σκας για τα γογγύλια, θα φάω κάνε μπέργκερ με τα παιδιά στην πάμπ»

Χαμογέλασε. 

Δεν τον μάλωσε αργότερα το βράδυ γιατί δεν τον ξαναείδε ποτέ.

Η αμέσως επόμενη κλίση που έλαβε στο κινητό της ήταν από την τροχαία. Ο δρόμος λόγω της βαριάς βροχόπτωσης ήταν ολισθηρός, η ορατότητα περιορισμένη, η πρόσκρουση μοιραία και ο θάνατος ακαριαίος. 

Στην αρχή το αρνήθηκε(1) κατηγορηματικά

«Όχι δεν μπορεί κάνετε λάθος! Ο δικός μου ο Τζον είναι στη παμπ με τα παιδία από ώρα! Ο αγώνας ξεκίνησε στις τρείς. Άλλος είναι! Μάλλον θα δάνεισε το αυτοκίνητό σε κάποιον. Τα κάνει αυτά ο Τζον μου! Έχει  μία μεγάλη και τεράστια καρδιά, σαν το σγουρό και ακατάστατο κεφάλι του»

Συνέχισε να μαγειρεύει, με τα μάτια θολά, το μυαλό της είχε χαθεί σε δαίδαλους σκέψης. Ήταν ακόμα σε κατάσταση σοκ. Προσπαθούσε να υπολογίσει την ώρα, τη στιγμή. Ήταν σίγουρη πως τα πενιχρά της μαθηματικά θα την έσωζαν. Έκαψε λίγο το χέρι της στο μάτι της κουζίνας, έκανε ώρα να το καταλάβει, το σώμα και η ψυχή της είχαν μουδιάσει. Μόνο το μυαλό της δούλευε ασταμάτητα. 

Για μήνες μετά από την κηδεία κοιμόταν στην δική της πλευρά του κρεβατιού και όταν έκλεινε τα μάτια, μπορούσε να νιώσει την ανάσα του στο σβέρκο της, τη ζεστή κοιλιά του να πιέζει την ραχοκοκαλιά της. Μόνο έτσι μπορούσε να ηρεμήσει. Μόνο έτσι μπορούσε να την πάρει ο ύπνος έστω και για λίγο.

Μετά θύμωσε(2). Την έπνιξε μία σαρωτική οργή που κόχλαζε μες τα σωθικά της. Δεν την χωρούσαν τα δωμάτια, δεν την χωρούσε το πετσί της το ίδιο. Η καρδιά της έτρεχε σαν αφηνιασμένο άλογο. Βημάτιζε πέρα δώθε. Το πάτωμα ήταν από λάβα. Τα έβαλε μαζί του. 

«Και του το είχα πει να αλλάξει τα ελαστικά στο αυτοκίνητο! Χίλιες φορές του το χα πει! Μετά την εκδρομή στην εξοχή στο σπίτι των γονιών του, είχαν φθαρεί!  Αλλά που! Πάντα του κεφαλιού  του κάνει αυτό το παιδί!»

Σκέφτηκε το ξανθό, ζεστό κεφάλι του… Να μπορούσε να περάσει τα δάχτυλά της για ακόμα μία φορά μέσα από τα μαλακά μαλλιά του… Μετάνιωσε πικρά. Ντράπηκε. Εκείνος δεν έφταιγε σε τίποτα. Τα έβαλε με τον εαυτό της. Δικό της ήταν το φταίξιμο, που τον έδιωξε από το σπίτι για να δει τον αγώνα και εκείνη να μαγειρέψει με την ησυχία της, που τον κατσάδιαζε με την πρώτη ευκαιρία και του έκανε παράπονα όταν αργούσε να γυρίσει.  

Σαν εξαιρετική δικηγόρος που έλεγαν όλοι ότι ήταν, μάζεψε αδιάσειστα στοιχεία και για καιρό διαπραγματεύτηκε(3) μες τη σκέψη της με ένα παράλληλο σύμπαν. Η παντοδυναμία του θα άκουγε τα αλάθητα επιχειρήματά της και θα ευσπλαχνιζόταν τις ικεσίες της και θα της τον έφερναν πίσω. Μόνο μία δεύτερη ευκαιρία ζητούσε. Και αυτή τη φορά υποσχόταν ότι θα τα έκανε όλα σωστά, και θα τον έβαζε και εκείνον να τα κάνει όλα σωστά. Δεν θα τους έφευγε ούτε τρίχα. Και θα γερνούσαν μαζί. 

Όταν κατάλαβε πως αυτή η δίκη ήταν αμετάκλητα χαμένη, μία ανταριασμένη θλίψη(4) ορθώθηκε μπροστά της σαν πεινασμένη παλίρροια. Και την κατάπιε ολόκληρη. Ήταν τόσο κουρασμένη και μικροσκοπική και εύθραυστη… Παραδόθηκε ολοκληρωτικά στα κύματα του πόνου. Έρχονταν και έφευγαν όπως εκείνα όριζαν. Στην αρχή γρήγορα και ορμητικά και σιγά-σιγά αραίωσαν. Και έμενε εκεί σαν άδειο δοχείο, να την γεμίζει ο πόνος και μετά να την αδειάζει, παίρνοντας κάθε φορά μαζί του και λίγο από το φορτίο της. Ξαλαφρώνοντάς την.

Κοιτάζοντας μία μέρα στον ορίζοντα, κατάλαβε πως όσο πιο σφιχτά και με πείσμα κρατούσε τα χοντρά σχοινιά, το μόνο που κατάφερνε ήταν να πληγιάζει και να ματώνει τα χέρια και την ψυχή της. Το καράβι είχε ήδη φύγει. Και το αποδέχτηκε (5) πως πλέον ο αποχωρισμός ήταν οριστικός. 

Θυμήθηκε πως όταν την πρωτογνώρισε της είχε πει πως το φακιδιασμένο στρογγυλό πρόσωπό της έμοιαζε λες και την πασπάλισαν οι μοίρες που την ευλόγησαν με αστερόσκονη. Και εκείνη του χαμογέλασε. Και της είπε «Και τώρα που χαμογελάς μπορώ να ορκιστώ πως φέγγουν οι κόκκοι σκόνης!». Μπορούσε να δει την αντανάκλαση του φωτός μες τα δικά του μάτια και για αυτό αποφάσισε να τον πιστέψει. 

Άφησε το σχοινί μαλακά μα απρόθυμα να γλιστρήσει μέσα από τα χέρια της. Και ορκίστηκε πως από δω και πέρα θα χαμογελούσε όσο πιο πλατιά μπορούσε και θα σήκωνε το κεφάλι ψηλά, τόσο όσο για να μπορεί να την κοιτάζει και εκείνος από μακριά από όπου βρισκόταν και να χαιρόταν και αυτός με την χαρά της.

Σύμφωνα με το μοντέλο «Τα πέντε στάδια του πένθους»  που ανέπτυξε η Ελβετίδα-Αμερικάνα ψυχίατρος Elisabeth Kübler-Ross , ο ψυχικός πόνος που προκαλείτε από το πένθος εξελίσσεται σε πέντε φάσεις  οι οποίες περιγράφουν την προσπάθεια του πενθούντα να διαχειριστεί την απώλεια: 

  1. Άρνηση
  2. Θυμός
  3. Διαπραγμάτευση
  4. Κατάθλιψη 
  5. Αποδοχή

Σημαντική Σημείωση: Αν και το μοντέλο της Kübler-Ross, έχει επικρατήσει και υπάρξει σημείο αναφοράς στη μελέτη και τη διαχείριση του πένθους, είναι σημαντικό να τονιστεί πώς κάθε άτομο είναι μοναδικό και ανάλογα με τα γεγονότα, ενδέχεται να διαχειρίζεται τα βιώματά του διαφορετικά. 

Γράφει η Γεωργία Καραολή 

Πρώτη Δημοσίευση στην Ηλεκτρονική Εφημερίδα «Τα Νέα μας τα Λυμπιανά», Τεύχος Ιουλίου 2021

https://www.facebook.com/profile.php?id=100063114135570 

More To Explore

Άλλα θέματα

Sunsets

What makes sunsets so magical? The beautiful combination of colours spread in the sky every late afternoon? The mixture of

Πολιτιστικά Θέματα

Cultural September, 2021

September is always a busy month, because of work picking up and schools re-opening. After the year that we’ve had,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *